Ο Χίλτον Αρμστρονγκ πυο συμφώνησε με τον Παναθηναϊκό για πολλά χρόνια προσπάθησε να πείσει τις ομάδες του ΝΒΑ ότι είναι ένας βαρύς σέντερ/φόρογουορντ. Δεν τα κατάφερε παρότι με καλές περγαμηνές από ένα εξαιρετικό κολεγιακό πρόγραμμα δοκίμασε σε πέντε διαφορετικές ομάδες.Στα 28 του είναι φανερό πλέον ότι τα επόμενα 5-6 καλά και παραγωγικά χρόνια της καριέρας του θα τα περάσει στην Ευρώπη.
Εξι χρόνια νωρίτερα ο Αρμστρονγκ επιβεβαιώνοντας τη διαρκή πρόοδο του αναδείχθηκε καλύτερος αμυντικός στην εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική για ψηλούς Big East με το Κονέκτικατ. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε πάρει και το κολεγιακό πρωτάθλημα με την ομάδα του 2004 στην οποία όμως ήταν συμπληρωματικός.
Με δεδομένο ότι ήταν πάντοτε καλός αμυντικός και μπλοκέρ επελέγη στο νούμερο 12 του ντραφτ από τη Νέα Ορλεάνη αλλά αυτά ήταν τα τελευταία καλά νέα που άκουσε στο ΝΒΑ για την επόμενη εξαετία. Οι Χόρνετς λίγο αργότερα πήραν τον Τάισον Τσάντλερ και ο Αρμστρονγκ απέκτησε για τέσσερα χρόνια μια μόνιμη θέση στην άκρη του πάγκου τους. Δεν έπαιξε ποτέ πάνω από 70 παιχνίδια και ποτέ πάνω από 15 λεπτά μέσο όρο στους Χόρνετς που τελικά στις αρχές του 2010 αποφάσισαν ότι είχαν δει όσα ήθελαν και τον έστειλαν άνευ ουσιαστικού ανταλλάγματος (ένα ντραφτ δεύτερου γύρου) στο Σακραμέντο. Από εκεί ξεκίνησε ένα οδοιπορικό πιου έληξε το περασμένο καλοκαίρι. Χωρίς πουθενά να πείσει ότι πέρα από το εντυπωσιακό κορμί του (2μ.11 μπόι αλλά ούτε 110 κιλά βάρος) μπορούσε να είναι κυρίαχος σέντερ επιπέδου ΝΒΑ. Πέρσι στη Βιλερμπάν έκανε καλή σεζόν και στο πρωτάθλημα και στο Eurocup αφού το στιλ παιχνιδιού στην Pro A ήταν ότι έπρεπε για ένα ελαφρύ ψηλό. Μπορεί να είναι μέσα στους 3-4 καλύτερους μπλοκέρ και ριμπάουντερ του ελληνικού πρωταθλήματος και μέσα στη δεκάδα της Ευρωλίγκας στις ίδιες κατηγορίες αλλά 7-8 πόντοι μέσος όρος στην επίθεση μπορεί να είναι το...ταβάνι του.
Ειρωνεία; Το επίθετο του σημαίνει ''βαρύ χέρι'' (Arm-strong) κάτι που ουδέποτε ήταν ή θα γίνει.
Και το κλασικό βιντεάκι με highlights για μια πρώτη γνωριμία
Εξι χρόνια νωρίτερα ο Αρμστρονγκ επιβεβαιώνοντας τη διαρκή πρόοδο του αναδείχθηκε καλύτερος αμυντικός στην εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική για ψηλούς Big East με το Κονέκτικατ. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε πάρει και το κολεγιακό πρωτάθλημα με την ομάδα του 2004 στην οποία όμως ήταν συμπληρωματικός.
Με δεδομένο ότι ήταν πάντοτε καλός αμυντικός και μπλοκέρ επελέγη στο νούμερο 12 του ντραφτ από τη Νέα Ορλεάνη αλλά αυτά ήταν τα τελευταία καλά νέα που άκουσε στο ΝΒΑ για την επόμενη εξαετία. Οι Χόρνετς λίγο αργότερα πήραν τον Τάισον Τσάντλερ και ο Αρμστρονγκ απέκτησε για τέσσερα χρόνια μια μόνιμη θέση στην άκρη του πάγκου τους. Δεν έπαιξε ποτέ πάνω από 70 παιχνίδια και ποτέ πάνω από 15 λεπτά μέσο όρο στους Χόρνετς που τελικά στις αρχές του 2010 αποφάσισαν ότι είχαν δει όσα ήθελαν και τον έστειλαν άνευ ουσιαστικού ανταλλάγματος (ένα ντραφτ δεύτερου γύρου) στο Σακραμέντο. Από εκεί ξεκίνησε ένα οδοιπορικό πιου έληξε το περασμένο καλοκαίρι. Χωρίς πουθενά να πείσει ότι πέρα από το εντυπωσιακό κορμί του (2μ.11 μπόι αλλά ούτε 110 κιλά βάρος) μπορούσε να είναι κυρίαχος σέντερ επιπέδου ΝΒΑ. Πέρσι στη Βιλερμπάν έκανε καλή σεζόν και στο πρωτάθλημα και στο Eurocup αφού το στιλ παιχνιδιού στην Pro A ήταν ότι έπρεπε για ένα ελαφρύ ψηλό. Μπορεί να είναι μέσα στους 3-4 καλύτερους μπλοκέρ και ριμπάουντερ του ελληνικού πρωταθλήματος και μέσα στη δεκάδα της Ευρωλίγκας στις ίδιες κατηγορίες αλλά 7-8 πόντοι μέσος όρος στην επίθεση μπορεί να είναι το...ταβάνι του.
Ειρωνεία; Το επίθετο του σημαίνει ''βαρύ χέρι'' (Arm-strong) κάτι που ουδέποτε ήταν ή θα γίνει.
Και το κλασικό βιντεάκι με highlights για μια πρώτη γνωριμία
